Όταν η εξάρτηση δεν αλλάζει μόνο τη συμπεριφορά, αλλά και την ιστορία που λέμε για τον εαυτό μας

Γιατί η ανάρρωση δεν αφορά μόνο τη διακοπή της χρήσης, αλλά και την αναδόμηση της προσωπικής ταυτότητας.

Υπάρχει μια στιγμή που συναντώ συχνά στο θεραπευτικό δωμάτιο.

Δεν είναι η στιγμή που κάποιος μιλά για την τελευταία χρήση, για την υποτροπή ή για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην καθημερινότητά του. Είναι μια διαφορετική στιγμή, σχεδόν αθόρυβη.

Συμβαίνει όταν τον ρωτώ:

«Ποιος πιστεύεις ότι είσαι σήμερα;»

Οι απαντήσεις διαφέρουν στις λέξεις, αλλά μοιάζουν στο νόημα.

«Είμαι ένας εξαρτημένος.»

«Είμαι μια απογοήτευση.»

«Δεν εμπιστεύομαι πια τον εαυτό μου.»

«Έχω χάσει αυτός που ήμουν.»

Αυτό που με απασχολεί δεν είναι μόνο το περιεχόμενο αυτών των απαντήσεων. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος αρχίζει να περιγράφει ολόκληρη την ύπαρξή του μέσα από μία μόνο εμπειρία.

Σαν η εξάρτηση να μην έγινε απλώς μέρος της ζωής του.

Σαν να έγινε η ίδια του η ταυτότητα.

Η παρατήρηση αυτή δεν αποτελεί μόνο κλινική εμπειρία. Τα τελευταία χρόνια η έννοια της αφηγηματικής ταυτότητας (narrative identity) έχει προσελκύσει αυξανόμενο ερευνητικό ενδιαφέρον στην ψυχολογία των εξαρτήσεων. Σύμφωνα με το μοντέλο του McAdams (1993, 2001), οι άνθρωποι οργανώνουν την εμπειρία τους μέσα από προσωπικές αφηγήσεις, οι οποίες προσδίδουν συνοχή στην ταυτότητα και νόημα στις εμπειρίες ζωής.

Για πολλά χρόνια, η έρευνα προσπάθησε να εξηγήσει την εξάρτηση κυρίως μέσα από τον εγκέφαλο. Μελετήθηκαν οι μηχανισμοί ανταμοιβής, η ντοπαμίνη, οι αλλαγές στον προμετωπιαίο φλοιό, η παρορμητικότητα, η μάθηση και η υποτροπή. Αυτή η γνώση είναι πολύτιμη. Μας βοήθησε να απομακρυνθούμε από την ηθικολογία και να αναγνωρίσουμε την εξάρτηση ως μια σύνθετη ψυχική διαταραχή. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η επιστημονική κοινότητα άρχισε να θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα.

Τι συμβαίνει στην ιστορία που λέει ένας άνθρωπος για τον εαυτό του όταν ζει με μια εξάρτηση;

Η ερώτηση αυτή μπορεί να ακούγεται περισσότερο φιλοσοφική παρά επιστημονική. Στην πραγματικότητα, όμως, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αναδυόμενης ερευνητικής περιοχής: της αφηγηματικής ταυτότητας (narrative identity) (McAdams, 2001; McAdams & McLean, 2013).

Η ζωή μας δεν αποτελείται μόνο από γεγονότα

Αν δύο άνθρωποι ζήσουν ακριβώς το ίδιο γεγονός, δεν σημαίνει ότι θα το κουβαλήσουν με τον ίδιο τρόπο.

Ένας χωρισμός μπορεί να γίνει η αρχή μιας νέας ζωής.

Μπορεί όμως να γίνει και η απόδειξη ότι «δεν αξίζω να αγαπηθώ».

Μια υποτροπή μπορεί να ιδωθεί ως ακόμη μία πληροφορία για όσα χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση.

Ή μπορεί να μετατραπεί στην οριστική επιβεβαίωση ότι «δεν πρόκειται να αλλάξω ποτέ».

Η διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός. Βρίσκεται στην ιστορία που χτίζεται γύρω από αυτό.

Σύμφωνα με τη θεωρία της αφηγηματικής ταυτότητας, οι άνθρωποι οργανώνουμε την εμπειρία μας δημιουργώντας μια εσωτερική ιστορία που ενώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Αυτή η ιστορία δεν είναι ένα αντικειμενικό χρονικό. Είναι ο τρόπος με τον οποίο δίνουμε νόημα στις εμπειρίες μας και κατανοούμε ποιοι είμαστε (McAdams, 2001).

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στις εξαρτήσεις.

Γιατί η εξάρτηση δεν περιορίζεται στο να επηρεάζει τις επιλογές ενός ανθρώπου. Επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον εαυτό του.

Όταν η ιστορία μικραίνει

Η πρόσφατη βιβλιογραφία δείχνει ότι οι άνθρωποι με διαταραχές εξάρτησης παρουσιάζουν συχνότερα αυτοβιογραφικές αφηγήσεις με τρία χαρακτηριστικά (Dingle et al., 2024).

Το πρώτο είναι η μειωμένη συνοχή.

Οι εμπειρίες μοιάζουν αποσπασματικές. Το παρελθόν δεν συνδέεται εύκολα με το παρόν και το μέλλον φαίνεται αβέβαιο ή ακόμη και αδιανόητο (Dingle et al., 2024; Adler et al., 2016).

Το δεύτερο είναι η μειωμένη αίσθηση προσωπικής δράσης (agency) (McAdams & McLean, 2013; Dingle et al., 2024).

Οι αφηγήσεις κυριαρχούνται από εκφράσεις όπως:

«Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.»

«Όλα συνέβησαν μόνα τους.»

«Η ζωή με παρέσυρε.»

Ο άνθρωπος παύει σταδιακά να αισθάνεται πρωταγωνιστής της ζωής του και αρχίζει να βιώνει τον εαυτό του περισσότερο ως θεατή των όσων του συμβαίνουν. Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η επικράτηση της ντροπής και της αυτοϋποτίμησης (Dingle et al., 2024).

Οι ιστορίες δεν περιστρέφονται μόνο γύρω από τη χρήση.

Περιστρέφονται γύρω από την πεποίθηση ότι ολόκληρος ο εαυτός έχει αποτύχει. Αυτά τα ευρήματα εμφανίζονται με αξιοσημείωτη συνέπεια στις μέχρι σήμερα μελέτες και υποδηλώνουν ότι η διαταραχή δεν αφορά μόνο τη ρύθμιση της συμπεριφοράς, αλλά και την οργάνωση της προσωπικής ταυτότητας.

Η διαφορά ανάμεσα στο «έκανα» και στο «είμαι»

Στην κλινική πράξη υπάρχει μια μικρή γλωσσική διαφορά που έχει τεράστια σημασία.

«Έκανα χρήση.»

«Είμαι χαμένος.»

Η πρώτη πρόταση περιγράφει μια συμπεριφορά.

Η δεύτερη περιγράφει μια ταυτότητα (Tangney & Dearing, 2002).

Όσο περισσότερο η εξάρτηση μετατρέπεται από μια συμπεριφορά σε μια μόνιμη περιγραφή του εαυτού, τόσο δυσκολότερο γίνεται να φανταστεί κανείς ένα διαφορετικό μέλλον.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι που έχουν σταματήσει τη χρήση συνεχίζουν για χρόνια να αισθάνονται εγκλωβισμένοι στην παλιά τους ταυτότητα.

Η συμπεριφορά μπορεί να έχει αλλάξει. Η ιστορία όμως παραμένει ίδια.

Και όταν η ιστορία δεν αλλάζει, κάθε δυσκολία μοιάζει να επιβεβαιώνει το ίδιο συμπέρασμα:

«Στην πραγματικότητα δεν άλλαξα ποτέ.»

Η θεραπεία ως χώρος επανασυγγραφής

Ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες της ψυχοθεραπείας. Όχι να πείσει έναν άνθρωπο ότι είναι καλύτερος από όσο πιστεύει.

Ούτε να διαγράψει το παρελθόν του.

Η θεραπεία προσφέρει κάτι διαφορετικό.

Έναν χώρο όπου μπορεί να αρχίσει να αναγνωρίζει ότι η ζωή του δεν αποτελείται από μία μόνο ιστορία.

Η χρήση υπάρχει.

Οι απώλειες υπάρχουν. Οι υποτροπές υπάρχουν.

Υπάρχουν όμως και οι στιγμές που αντιστάθηκε. Οι σχέσεις που επέζησαν.

Οι αξίες που δεν εγκατέλειψε.

Οι φορές που επέλεξε να ζητήσει βοήθεια αντί να απομονωθεί.

Οι μικρές πράξεις φροντίδας που για χρόνια δεν χωρούσαν στην εικόνα που είχε για τον εαυτό του.

Η Αφηγηματική Θεραπεία δεν προσπαθεί να αντικαταστήσει μια «αρνητική ιστορία» με μια «θετική ιστορία» (White & Epston, 1990; White, 2007).

Προσπαθεί να αναδείξει ότι η κυρίαρχη ιστορία δεν είναι ποτέ η μοναδική.

Ότι ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες περιόδους υπάρχουν εμπειρίες που μαρτυρούν ανθεκτικότητα, αξίες, σχέσεις και δυνατότητες οι οποίες συχνά έχουν επισκιαστεί από το πρόβλημα.

Αυτό δεν είναι αισιοδοξία.

Είναι μια διαφορετική ανάγνωση της πραγματικότητας.

Και ίσως η πιο σημαντική αλλαγή να μην είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος σταματά να χρησιμοποιεί μια ουσία.

Ίσως η πιο σημαντική αλλαγή να είναι η στιγμή που μπορεί να πει:

«Η εξάρτηση είναι ένα κεφάλαιο της ιστορίας μου. Δεν είναι ο τίτλος της ζωής μου.»

Γιατί η αλλαγή δεν ξεκινά από τη συμπεριφορά

Όταν μιλάμε για θεραπεία των εξαρτήσεων, είναι εύκολο να επικεντρωθούμε σε αυτό που φαίνεται. Στις ημέρες αποχής. Στη μείωση της επιθυμίας για χρήση. Στην αποφυγή των ερεθισμάτων που οδηγούν σε υποτροπή. Όλα αυτά είναι σημαντικά και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας.

Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που συχνά παραμένει στο περιθώριο.

Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να επιθυμεί πραγματικά μια διαφορετική ζωή;

Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στον έλεγχο της παρόρμησης. Βρίσκεται στο νόημα.

Ένας άνθρωπος δύσκολα εγκαταλείπει μια συμπεριφορά, όσο καταστροφική κι αν είναι, αν αυτή εξακολουθεί να εξυπηρετεί μια σημαντική ψυχολογική ανάγκη. Η χρήση ουσιών, ο τζόγος ή οποιαδήποτε άλλη εθιστική συμπεριφορά δεν εμφανίζονται ποτέ σε ένα ψυχολογικό κενό. Συνήθως ανακουφίζουν, έστω προσωρινά, από έναν ψυχικό πόνο, μειώνουν το άγχος, προσφέρουν μια αίσθηση ελέγχου ή δημιουργούν την ψευδαίσθηση σύνδεσης με τους άλλους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξάρτηση αποτελεί λύση.

Σημαίνει όμως ότι, πριν γίνει πρόβλημα, υπήρξε μια προσπάθεια προσαρμογής. Και όσο δεν κατανοούμε τι ακριβώς εξυπηρετούσε αυτή η συμπεριφορά, τόσο δυσκολότερο είναι να δημιουργηθεί μια βιώσιμη εναλλακτική (Miller & Rollnick, 2013).

Η ανάγκη να νιώθουμε ότι η ζωή μάς ανήκει

Η Θεωρία Αυτοκαθορισμού (Self-Determination Theory), που αναπτύχθηκε από τους Deci και Ryan, υποστηρίζει ότι η ψυχική ευημερία βασίζεται στην ικανοποίηση τριών θεμελιωδών ψυχολογικών αναγκών: της αυτονομίας, της ικανότητας και της σύνδεσης με τους άλλους (Deci & Ryan, 2000; Ryan & Deci, 2020).

Η αυτονομία δεν σημαίνει ότι κάποιος ζει χωρίς περιορισμούς. Σημαίνει ότι αισθάνεται πως οι επιλογές του εκφράζουν τις προσωπικές του αξίες και δεν αποτελούν απλώς αντίδραση στις περιστάσεις.

Η ικανότητα αφορά την εμπειρία ότι μπορώ να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες της ζωής και να εξελίσσομαι.

Η σύνδεση αφορά την αίσθηση ότι ανήκω, ότι υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους μπορώ να σχετιστώ αυθεντικά.

Αν δούμε τις εξαρτήσεις μέσα από αυτό το πρίσμα, παρατηρούμε κάτι ενδιαφέρον. Η χρόνια εξάρτηση διαβρώνει και τις τρεις αυτές ανάγκες (Ryan & Deci, 2020).

Οι αποφάσεις αρχίζουν να καθοδηγούνται από την ουσία ή τη συμπεριφορά και όχι από τις προσωπικές αξίες.

Η εμπιστοσύνη στις προσωπικές δυνατότητες μειώνεται.

Οι σχέσεις επιβαρύνονται από τη δυσπιστία, τη σύγκρουση και την απομόνωση. Σταδιακά, ο άνθρωπος δεν χάνει μόνο τον έλεγχο της χρήσης.

Χάνει την αίσθηση ότι η ζωή του τού ανήκει.

Ίσως γι’ αυτό η ανάρρωση δεν μπορεί να περιοριστεί στη διακοπή της χρήσης. Χρειάζεται να αποκατασταθεί και η εμπειρία ότι οι καθημερινές επιλογές εκφράζουν ξανά τον ίδιο τον άνθρωπο και όχι την εξάρτηση.

Η υποτροπή δεν ακυρώνει την ιστορία

Υπάρχει μια εικόνα που συχνά κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση. Ένας άνθρωπος σταματά τη χρήση.

Περνούν μήνες ή χρόνια. Υποτροπιάζει.

Και τότε ακούγονται φράσεις όπως:

«Γύρισε πάλι στα ίδια.»

«Πήγαν χαμένοι όλοι οι κόποι.»

«Δεν άλλαξε ποτέ.»

Αυτή η αφήγηση είναι ιδιαίτερα σκληρή.

Όχι μόνο επειδή στιγματίζει.

Αλλά επειδή αγνοεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αλλαγή.

Η σύγχρονη ψυχολογία αντιμετωπίζει την αλλαγή ως μια δυναμική διαδικασία και όχι ως μια ευθεία γραμμή χωρίς πισωγυρίσματα. Η υποτροπή μπορεί να αποτελέσει μέρος της πορείας για αρκετούς ανθρώπους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η θεραπεία απέτυχε ή ότι όλες οι προηγούμενες αλλαγές χάθηκαν (Prochaska & DiClemente, 1983; Prochaska & Norcross, 2018).

Αυτό δεν σημαίνει ότι την υποβαθμίζουμε.

Σημαίνει ότι αρνούμαστε να την αφήσουμε να γίνει ο μοναδικός τίτλος της ιστορίας.

Στο θεραπευτικό δωμάτιο, η ερώτηση δεν είναι μόνο:

«Γιατί υποτροπίασες;»

Είναι και:

«Τι σε βοήθησε να ζητήσεις ξανά βοήθεια αντί να εγκαταλείψεις τον εαυτό σου;»

Η δεύτερη ερώτηση μετατοπίζει την προσοχή από την αποτυχία στην ανθεκτικότητα.

Και πολλές φορές εκεί αρχίζει να εμφανίζεται μια διαφορετική ιστορία.

Η θεραπεία ως συνάντηση με τις αξίες

Στην κλινική πράξη, οι πιο ουσιαστικές αλλαγές σπάνια ξεκινούν όταν ο άνθρωπος πείθεται ότι η χρήση είναι επικίνδυνη.

Συνήθως αυτό το γνωρίζει ήδη.

Η αλλαγή αρχίζει όταν ξανασυναντά κάτι που είχε παραμεριστεί για χρόνια. Τις αξίες του.

Τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να σχετίζεται με τα παιδιά του. Τον σύντροφό του.

Τους φίλους του. Το σώμα του.

Την εργασία του.

Τον ίδιο του τον εαυτό.

Οι αξίες δεν λειτουργούν ως ηθικές εντολές (Ryan & Deci, 2020).

Λειτουργούν ως πυξίδα.

Δεν λένε στον άνθρωπο τι πρέπει να κάνει.

Τον βοηθούν να θυμηθεί προς ποια κατεύθυνση θέλει να κινηθεί.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο ουσιαστικές λειτουργίες της ψυχοθεραπείας. Όχι να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις.

Αλλά να δημιουργήσει τον χώρο όπου ο άνθρωπος μπορεί να ξανακούσει τη δική του φωνή, η οποία για χρόνια είχε καλυφθεί από τη φωνή της εξάρτησης.

Η ιστορία που συνεχίζεται

Ίσως το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε όταν μιλάμε για τις εξαρτήσεις είναι ότι τις αντιμετωπίζουμε ως το τέλος μιας ιστορίας.

Στην πραγματικότητα, αποτελούν ένα κεφάλαιο.

Για ορισμένους ανθρώπους, ένα πολύ δύσκολο κεφάλαιο. Για άλλους, το πιο επώδυνο της ζωής τους.

Αλλά όχι ολόκληρο το βιβλίο.

Η ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να αλλάξει όσα συνέβησαν.

Μπορεί όμως να αλλάξει τη σχέση που αναπτύσσει ο άνθρωπος με αυτά. Μπορεί να τον βοηθήσει να δει ότι η ταυτότητά του δεν εξαντλείται στις πιο σκοτεινές στιγμές του.

Ότι πίσω από την εξάρτηση εξακολουθεί να υπάρχει ένας άνθρωπος με αξίες, σχέσεις, δυνατότητες και επιθυμίες που δεν εξαφανίστηκαν. Ίσως έμειναν σιωπηλές για κάποιο διάστημα.

Η ανάρρωση, λοιπόν, δεν είναι η επιστροφή σε έναν «παλιό εαυτό» (Best et al., 2016; Dingle et al., 2024).

Είναι η σταδιακή δημιουργία μιας νέας αφήγησης, στην οποία το παρελθόν αναγνωρίζεται χωρίς να καθορίζει ολοκληρωτικά το μέλλον.

Ίσως τελικά ο πιο σημαντικός στόχος της θεραπείας να μην είναι να μπορέσει κάποιος να πει:

«Δεν κάνω πλέον χρήση.»

Αλλά να μπορέσει, κάποια στιγμή, να πει με ειλικρίνεια:

«Ξαναβρίσκω τον άνθρωπο που θέλω να είμαι.»

References

Adler, J. M., Lodi-Smith, J., Philippe, F. L., & Houle, I. (2016). The incremental validity of narrative identity in predicting well-being: A review of the field and recommendations for the future. Personality and Social Psychology Review, 20(2), 142–175. https://doi.org/10.1177/1088868315585068

Best, D., Beckwith, M., Haslam, C., Haslam, S. A., Jetten, J., Mawson, E., & Lubman, D. I. (2016). Overcoming alcohol and other drug addiction as a process of social identity transition: The Social Identity Model of Recovery (SIMOR). Addiction Research & Theory, 24(2), 111–123. https://doi.org/ 10.3109/16066359.2015.1075980

Deci, E. L., & Ryan, R. M. (2000). The “what” and “why” of goal pursuits: Human needs and the self-determination of behavior. Psychological Inquiry, 11(4), 227– 228. https://doi.org/10.1207/S15327965PLI1104_01

Dingle, G. A., Cruwys, T., Frings, D., & colleagues. (2024). Narrative identity in addiction: A systematic review. Frontiers in Psychology, 15, Article 1409217. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2024.1409217

McAdams, D. P. (2001). The psychology of life stories. Review of General Psychology, 5(2), 100–122. https://doi.org/10.1037/1089-2680.5.2.100

McAdams, D. P., & McLean, K. C. (2013). Narrative identity. Current Directions in Psychological Science, 22(3), 233–238. https://doi.org/ 10.1177/0963721413475622

Miller, W. R., & Rollnick, S. (2013). Motivational interviewing: Helping people change (3rd ed.). Guilford Press.

Prochaska, J. O., & DiClemente, C. C. (1983). Stages and processes of self-change of smoking: Toward an integrative model of change. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 51(3), 390–395. https://doi.org/10.1037/0022-006X.51.3.390 

Prochaska, J. O., & Norcross, J. C. (2018). Systems of psychotherapy: A transtheoretical analysis (9th ed.). Oxford University Press.

Ryan, R. M., & Deci, E. L. (2020). Intrinsic and extrinsic motivation from a self-determination theory perspective: Definitions, theory, practices, and future directions. Contemporary Educational Psychology, 61, 101860. https://doi.org/ 10.1016/j.cedpsych.2020.101860

Tangney, J. P., & Dearing, R. L. (2002). Shame and guilt. Guilford Press. White, M. (2007). Maps of narrative practice. W. W. Norton & Company.

White, M., & Epston, D. (1990). Narrative means to therapeutic ends. W. W. Norton & Company.

Κλείσε τη συνεδρία σου

Ένα πρώτο βήμα για να φροντίσεις τον εαυτό σου

Με ηρεμία και ασφάλεια. Δια ζώσης στο γραφείο μου στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης ή διαδικτυακά από όπου κι αν βρίσκεσαι.