Στον δημόσιο λόγο η εξάρτηση περιγράφεται συχνά με απλουστευτικούς όρους. Άλλοτε ως ηθική αποτυχία, άλλοτε ως ένδειξη αδυναμίας χαρακτήρα και, πιο πρόσφατα, ως μια καθαρά βιολογική «νόσος του εγκεφάλου».
Καμία από αυτές τις προσεγγίσεις δεν είναι εντελώς λανθασμένη. Καμία όμως δεν είναι επαρκής.
Η κλινική εμπειρία, αλλά και η σύγχρονη ψυχολογική θεωρία, δείχνουν ότι η εξάρτηση μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή αν την δούμε πρωτίστως ως μια ιδιαίτερη μορφή σχέσης. Μια σχέση του ατόμου με μια ουσία ή μια συμπεριφορά, η οποία αποκτά σταδιακά μια συγκεκριμένη ψυχική λειτουργία: τη ρύθμιση του εσωτερικού κόσμου.
Η ουσία, σε αυτή την περίπτωση, δεν αποτελεί απλώς ένα αντικείμενο κατανάλωσης. Μετατρέπεται σε ένα εργαλείο διαχείρισης της ψυχικής έντασης. Σε έναν τρόπο αντιμετώπισης του άγχους, της μοναξιάς, της ντροπής, της απογοήτευσης ή μιας ακαθόριστης εσωτερικής ανησυχίας που το άτομο δυσκολεύεται να ονοματίσει.
Από αυτή την οπτική, η εξάρτηση λειτουργεί συχνά ως ένας ιδιότυπος μηχανισμός αυτορρύθμισης. Εκεί όπου το ψυχικό σύστημα δυσκολεύεται να αντέξει ή να επεξεργαστεί ένα συναίσθημα, η ουσία προσφέρει μια άμεση, προβλέψιμη και βραχυπρόθεσμα αποτελεσματική λύση.
Δεν πρόκειται απλώς για μια βιοχημική διαδικασία. Πρόκειται για μια νευροβιολογικά ενισχυόμενη αλλά ψυχολογικά οργανωμένη εμπειρία.
Η σύγχρονη έρευνα στη νευροεπιστήμη των εξαρτήσεων έχει φωτίσει με μεγάλη ακρίβεια τον ρόλο των κυκλωμάτων ανταμοιβής, της ντοπαμινεργικής δραστηριότητας και των μηχανισμών μάθησης μέσω ενίσχυσης. Ωστόσο, η βιολογία από μόνη της δεν επαρκεί για να εξηγήσει γιατί δύο άνθρωποι που εκτίθενται στην ίδια ουσία μπορούν να ακολουθήσουν εντελώς διαφορετικές πορείες: ο ένας θα αναπτύξει εξάρτηση, ενώ ο άλλος όχι.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η σημασία της αναπτυξιακής και ψυχολογικής διάστασης.
Στην πορεία της θεραπείας, πολλοί άνθρωποι που αναπτύσσουν εξαρτητικές συμπεριφορές περιγράφουν μια κοινή εμπειρία: ότι η ουσία, σε κάποια στιγμή της ζωής τους, λειτούργησε ως λύση. Ως ένας τρόπος προσωρινής ανακούφισης από μια εσωτερική δυσφορία που δεν έβρισκε άλλους τρόπους έκφρασης ή επεξεργασίας.
Με τον χρόνο όμως, αυτή η λύση μετατρέπεται σε πρόβλημα. Η ουσία αρχίζει να οργανώνει την καθημερινότητα, να διαμορφώνει τις σχέσεις και, συχνά, να επηρεάζει βαθιά την αίσθηση ταυτότητας του ίδιου του ατόμου.
Η εξάρτηση έτσι δεν προκύπτει μόνο από τη φαρμακολογική δράση μιας ουσίας. Είναι το αποτέλεσμα μιας συνάντησης:
ανάμεσα σε ένα συγκεκριμένο άτομο, με τη δική του ψυχική ιστορία, και σε μια ουσία που προσφέρει έναν γρήγορο μηχανισμό ανακούφισης.
Από αυτή την οπτική, η θεραπεία δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στη διακοπή της χρήσης. Η αποχή είναι συχνά ένα απαραίτητο βήμα, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της θεραπεία.
Αν η ουσία λειτουργούσε ως μέσο ρύθμισης του ψυχισμού, τότε η θεραπευτική διαδικασία καλείται να βοηθήσει το άτομο να αναπτύξει εναλλακτικούς τρόπους κατανόησης, έκφρασης και διαχείρισης της εμπειρίας του.
Η θεραπεία της εξάρτησης είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια διαδικασία ανασύνθεσης.
Ανασύνθεσης της σχέσης με το σώμα, με τα συναισθήματα, με τους άλλους ανθρώπους και τελικά με τον ίδιο τον εαυτό.
Σε μια εποχή όπου η ταχύτητα, η άμεση ικανοποίηση και η αποφυγή της δυσφορίας ενισχύονται πολιτισμικά, η εξάρτηση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως ατομικό πρόβλημα. Μπορεί επίσης να ιδωθεί ως ένα σύμπτωμα μιας ευρύτερης κοινωνικής συνθήκης: μιας συνθήκης που συχνά απαιτεί από το άτομο μεγαλύτερη ψυχική αντοχή από αυτήν που διαθέτει.
Ίσως λοιπόν η πιο ουσιαστική ερώτηση να μην είναι μόνο «πώς σταματά κανείς τη χρήση», αλλά τι ήταν αυτό που έκανε τη χρήση απαραίτητη εξαρχής.


